Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025
«Ο κόσμος των ταμπάκων» στα παλιά Ταμπάκικα- Η πριοχή της Σκάλας τότε και τώρα
Επαγγέλματα που χάθηκαν: Τα ταμπάκικα των Ιωαννίνων
του Αποστόλη Δ. Καλαντζή.
Μέχρι και τη δεκαετία του ’40, σ’ όλο τον ελληνικό χώρο, οι ανάγκες των ανθρώπων εξυπηρετούνταν από παραδοσιακά επαγγέλματα. Στα Γιάννενα υπήρχαν διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών όπως ραφτάδες, σαμαράδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες, ταμπάκηδες και άλλοι. Σε κάθε σημείο της πόλης υπήρχαν και τα ανάλογα εργαστήρια.
Ειδικότερα η βυρσοδεψία εμφανίστηκε στην πόλη των Ιωάννινων με τη μορφή της συντεχνιακής οργάνωσης από τον 17ο αιώνα και άκμασε μέχρι τα μισά του 20ου. Με τα επαγγέλματα των δερματεμπόρων, των σαμαράδων και των υποδηματοποιών, απασχολούνταν μεγάλη μερίδα του εργατικού δυναμικού της πόλης κι αυτό οφείλονταν στη βυρσοδεψία.
Τα ταμπάκικα
Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομαζόμενου και Σκυλοσόφου το 1611, οι Οθωμανοί οδήγησαν τους Έλληνες κατοίκους του κάστρου των Ιωαννίνων σε έξωση. Οι καστρινοί εγκαταστάθηκαν στις συνοικίες της Σιαράβας, της Καραβατιάς και της Καλούτσιανης, έξω από τα τείχη του κάστρου, δίνοντάς τους νέα πνοή. Στη συνοικία της Σιαράβας εγκαταστάθηκαν τα ταμπάκικα, δηλαδή, τα βυρσοδεψία. Ταμπάκικα έλεγαν τα βυρσοδεψεία και Ταμπάκους τους βυρσοδέψες. Τα ταμπάκικα ήταν όλα μαζεμένα στην ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη της λίμνης. Στο μέρος αυτό, από τη Σκάλα μέχρι τα σφαγεία, έστησαν το μαχαλά τους. Ήταν η ιστορική συνοικία της Σιαράβας που χρωστούσε το όνομά της σε κάποιον παλιό άρχοντα των Ιωαννίνων. Θεωρείται ότι είναι μία από τις πρώτες συνοικίες που δημιουργήθηκαν στην πόλη, όταν αυτή εξαπλώθηκε έξω από τα τείχη του κάστρου. Στην συνοικία αυτή λοιπόν υπήρχαν τα ταμπάκικα, δηλαδή τα εργαστήρια και οι κατοικίες των βυρσοδεψών.
Τα κτίρια που εργάζονταν οι ταμπάκοι – καμιά δεκαπενταριά όλα κι όλα – ήταν λιθόκτιστα με τοξωτές πόρτες και δίπατα. Στο κάτω μέρος ήταν τα εργαστήρια και πάνω οι κατοικίες. Η επεξεργασία των δερμάτων γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο. Πλανόδιοι τομαράδες αγόραζαν από τους χωριάτες τα τομάρια και τα πουλούσαν στους ταμπάκους. Αυτοί, μέσα στο νερό της λίμνης, τεζάριζαν τα τομάρια καλά σε ξύλινα τελάρα και τα καθάριζαν από τις τρίχες και τα λίπη. Στη συνέχεια και επί τρεις ως πέντε μέρες τα έριχναν μέσα σε λάκκους με ασβέστη για να φουσκώσουν οι ίνες και το δέρμα να γίνει παχύτερο.
Μετά τα ξέπλυναν, και τα έριχναν σε ξύλινες σκάφες με φλούδες από βελανιδιές και οξιές που είχαν τανίνη για να αργάσουν. Ακόμα και κόπρανα σκύλων έριχναν. Αυτά τα μάζευαν διάφοροι περιφερόμενοι τομαράδες, για να συμπληρώσουν το μεροκάματό τους, από αδέσποτα σκυλιά στα πάρκα και τους δρόμους. Ονομάζονταν «σκατατζήδες». Σκληρή δουλειά, βρόμικη και ανθυγιεινή που λίγοι μπορούσαν να την κάνουν. Ζούσαν όμως απ’ αυτή πολλές οικογένειες.
Η συντεχνία των Ταμπάκων ήταν η πιο κλειστή κοινωνική τάξη στην πόλη μετά του Εβραίους. Δυο δρόμους παραπάνω από τη Σιαράβα, είχαν τα μαγαζιά τους ξυλάδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες και άλλοι. Οι Ταμπάκοι δεν είχαν νταραβέρι μαζί τους. Διαφορές δεν είχαν, αλλά ούτε και πάρε-δώσε. Μια καλημέρα και τίποτα παραπάνω. Βλέπετε, οι άλλοι ήταν (ντασκαναραίοι) όπως τους έλεγαν, δηλαδή χωριάτες. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους κάτι το ξεχωριστό. Ένα Σιαραβινό δίστιχο λέει:
Σειούνται τα κλαριά, σιούνται τα πλατανόφυλλα
Να πάρουν το κακό , απ΄ όλα τα ταμπακόπυλα …
Ο Δημήτρης Χατζής κάνει μια θαυμάσια περιγραφή των ταμπάκικων και των Ταμπάκων στο εξαιρετικό διήγημά του «Ο Σιούλας, ο Ταμπάκος». Σε ένα σημείο σημειώνει:
«Οι κάτοικοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλαιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι (καστρινοί), που τους πέταξαν οι Τούρκοι από το κάστρο ύστερα από την επανάσταση του Σκυλοσόφου, στα 1611. Και στ’ αλήθεια μιλούσαν το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ΄ όλους τους άλλους και κρατούσαν αμόλευτο το λεξιλόγιο και στη φωνητική του. Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήταν λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν (απάνω) στην πόλη αν δεν είχαν δουλειά. Καταφρονούσαν τους καινούργιους κατοίκους της και μπορεί να πει κανένας πως μήτε ήξεραν τους μαχαλάδες που φκιάσαν οι μικρασιάτικες πρόσφυγες. Έμεναν εκεί πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός. Τελειωμένος…»
Ο κόσμος των Ταμπάκων τελείωσε οριστικά τη δεκαετία του ’50 με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της βυρσοδεψίας. Τα λιθόκτιστα κτίρια των Ταμπάκων αξιοποιήθηκαν σαν στέκια της νεολαίας, καφετέριες και εστιατόρια. Σήμερα στο χώρο αυτό, στην παραλίμνια περιοχή, βρίσκεται το πάρκο Κατσάρη, που φιλοξενεί τα παιδιά της γειτονιάς αλλά και πολιτιστικές δραστηριότητες. Είναι ένας χώρος αναψυχής για παιδιά και ηλικιωμένους με θέα τη λίμνη και βαριές αναμνήσεις περασμένων γενιών.
Ήταν κάποτε τα ταμπάκικα
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΒΑΡΒΑΡΑ ΑΓΓΕΛΗ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 17/03/2018, 11:28
Το παραλίμνιο κομμάτι της συνοικίας Σιαράβα, έχει καταγραφεί στην ιστορία της πόλης ως «Ταμπάκικα». Η βυρσοδεψία αποτελούσε μια βασική βιοτεχνική δραστηριότητα για τους Γιαννιώτες από τον 17ο αιώνα και μετά. Ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα όμως όταν η δραστηριότητα αυτή αναπτύχθηκε πολύ, σε συνδυασμό και με την πολεοδόμηση των Ιωαννίνων. Η οδός Ζαλοκώστα, αλλά και από την άλλη μεριά του Κάστρου, η οδός Σούτσου (σε μικρότερο βαθμό) στη συνοικία Λειβαδιώτη, έγιναν οι τόποι ανέγερσης των εργαστηρίων των ταμπάκων. Τα ταμπάκικα –ένας συνδυασμός εργαστηρίου και κατοικίας- ήταν μονώροφα ή διώροφα, στενόμακρα κτίρια με άμεση πρόσβαση στη λίμνη (όταν αυτή… απλωνόταν περισσότερο), η οποία αποτελούσε επί της ουσίας μέρος της δουλειάς. Πριν την απελευθέρωση εκατοντάδες χιλιάδες δέρματα εξάγονταν στην Τεργέστη κι από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Τα μεγάλα εργαστήρια βυρσοδεψίας θα δηλώνουν το έντονο παρών τους στην οικονομική ζωή της πόλης και μέχρι την περίοδο του μεσοπολέμου.
Η δουλειά του ταμπάκου δεν ήταν καθόλου εύκολη. «Χειμώνα καλοκαίρι μέσα στα νερά και στις ασβεσταριές. Στο κάμα του μεγάλου καζανιού όπου ζέσταναν το νερό για τους αμπαστάδες, στις μεγάλες κρεβάτες με τα πολλά ρεύματα, όπου στεγνώναν τα πετσιά. Ύστερα οι βαριές, τα λάδια, οι ντιγράδες, τα πεύκα, τα βελανίδια, το σμάκι. Σκληρή η δουλειά του ταμπάκου και βαριά. Μαυρισμένα χέρια σαν τα πετσιά και ψημένο πρόσωπο» αναφέρει ο λόγιος Δημήτρης Σαλαμάγκας στα «Άπαντα».
Μια σειρά από μικροεπαγγέλματα συμπλήρωναν τη χορεία των ταμπάκων: αχθοφόροι (χαμάληδες), βαρκάρηδες-μεταφορείς, συλλέκτες περιττωμάτων και οι κάθε τύπου βοηθοί. «Άλλωστε πάντα υπήρχε ένα διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, που περίμενε να εργαστεί εποχικά, και ένα άλλο στις παρυφές των επαγγελμάτων για συμπληρωματικές εργασίες» σημειώνει η καθηγήτρια Βασιλική Ρόκου στο βιβλίο της «Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων» (2004).
Η άσκηση της βυρσοδεψίας απαιτούσε κάποια απαραίτητα υλικά, όπως τα περιττώματα σκύλων, με τη βοήθεια των οποίων οι ταμπάκηδες καθάριζαν και αποστείρωναν τα δέρματα. Με το τενεκέ και το φαράσι, λοιπόν, οι πιο φτωχοί Γιαννιώτες τριγυρνούσαν σε όλη την πόλη για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Την πραγματικά απελπιστική αυτή εικόνα φαίνεται ότι την αξιοποίησαν… δεόντως όσοι είχαν έρθει από τα χωριά, και τους οποίους οι Γιαννιώτες αποκαλούσαν «ντατσκαναραίους». «Η απαξιωτική φράση ‘Τι ήταν οι Γιαννιώτες, όλη μέρα μάζευαν σκυλόσκατα στα σοκάκια’ αναφέρεται ακόμη και σήμερα για να δηλώσει ότι οι χωρικοί που ‘πήγαιναν μέσα’ (δηλαδή στα Γιάννινα) και όσοι διέμεναν μονιμότερα στην πόλη (μαθητευόμενοι στα εργαστήρια, υπηρετικό προσωπικό στα καλοστεκούμενα νοικοκυριά κ.ά) είχαν τη βούληση και το κουράγιο να επιστρέφουν στους πολίτες των Ιωαννίνων την πολιτισμική υποτίμηση με την οποία τους αντιμετώπιζε, και αυτούς συλλήβδην, ο αστικός πληθυσμός» αναφέρει η Ευαγγελή Ντάτση στο βιβλίο της «Τα ισνάφια μας τα βασιλεμένα» (2006).
Η εργασία στα ταμπάκικα, μεταπολεμικά, άρχισε να γίνεται υποτονική. Τη δεκαετία του ’70 η δύσκολη και βρόμικη αυτή βιοτεχνία έγραψε τον επίλογό της. Ο ταμπάκος έμεινε όμως στην ιστορία, στην κοινωνική μνήμη και στη λογοτεχνία. «Κι οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν' άλλαξε τάχα και πότε ν' άλλαξε, κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα. Δυο τρεις παλιοί δερματεμπόροι στο παζάρι της πόλης το βρήκανε συμφερότερο, αντίς να παιδεύονται με τους ταμπάκους, να μαζώνουνε τα τομάρια και να τα στέλνουν ακατέργαστα στην Ιταλία, στη Μασσαλία, ακόμα και στη Σύρα, για να τ' αργαστούν εκεί. Με τις μηχανές» γράφει ο Δημήτρης Χατζής στο διήγημά του «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» από τη συλλογή των διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1963).
Στη φωτογραφία του Άγγελου Καλογερίδη απεικονίζονται τα ταμπάκικα στη συνοικία Σιαράβα το 1948
Η Σκάλα με τα πολλά πρόσωπα
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΒΑΡΒΑΡΑ ΑΓΓΕΛΗ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 07/12/2019, 01:30
ΡΕΤΡΟ-TA ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
Το 1953, ο Δημήτρης Χατζής εκδίδει για πρώτη φορά «Το τέλος της μικρής μας πόλης», μια συλλογή διηγημάτων που έχει «σημαδέψει» τα Γιάννενα. Στα διηγήματά του, ο γιαννιώτης συγγραφέας περιγράφει έναν κόσμο που πεθαίνει και έναν κόσμο που προσπαθεί να ξαναγεννηθεί. Και σε αυτούς τους κόσμους, με πρωταγωνιστές απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, σημαντικά τοπόσημα της πόλης των Ιωαννίνων είναι εκεί. Όπως η Σκάλα.
«Δύο δρόμους παραπάνω οι βαρελάδες- μετσοβίτες και βλάχοι κι αυτοί βοβουσιώτες και ντρομπρινοβίτες, κοπανούσανε χρόνια εκεί πέρα, πάνω στα ρόμπολα και τις οξιές, με τα ξύλινα σφυριά τους, τον ίδιο μόχτο. Οι ταμπάκοι τους ξέρανε, τους καλημερίζαν, διαφορές δεν είχαν μαζί τους και πάρα-δώσε δεν είχαν. Ήταν, βλέπεις ντατσκαναραίοι, ήγουν χωριάτες. Λίγο παρακάτω, δίπλα στ᾿ αργαστήρια τους ήταν η Σκάλα. Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτὰ κι αργοκίνητα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια. Οι ταμπάκοι ψωνίζαν άμα χρειαζότανε κάτι, μα και κει δεν είχανε πολλά νταραβέρια - τι νταραβέρια με τους χωριάτες;» γράφει ο Χατζής στο διήγημα «Ο Σιούλας ο ταμπάκος».
Η Σκάλα, ανάμεσα από τα ταμπάκικα της συνοικίας Σιαράβα και τα ξυλάδικα. Εκεί που ξεφόρτωναν οι βαρκάρηδες προϊόντα όπως λαχανικά, οπωροκηπευτικά, κάρβουνα και οτιδήποτε και εκεί που οι ψαράδες έδεναν για να πουλήσουν τα λιμνίσια ψάρια και για να φροντίσουν τα δίχτυά τους. Κάποτε, εξάλλου, η Σκάλα αναφερόταν και ως «Ψαράτικα».
Εκ των πραγμάτων, γύρω από την περιοχή, και με την πάροδο των χρόνων, αναπτύχθηκαν διάφορες δραστηριότητες, όπως πανδοχεία, τα οποία μετά τον πόλεμο άρχισαν να χάνουν αυτή τη χρήση τους, καφενεία και κρασοπουλιά, μανάβικα, φούρνοι κ.λπ. Οι κόσμοι άλλαξαν, ο ένας έδωσε στη σκυτάλη τον άλλον, και σήμερα η περιοχή αποτελεί έναν τόπο ψυχαγωγίας και διασκέδασης, με τις βιοτεχνικές ή εμπορικές δραστηριότητες να έχουν αφήσει απλώς κάποια ίχνη του παρελθόντος.
Η γραφική, παραδοσιακή και «ζωντανή» αυτή περιοχή της πόλης των Ιωαννίνων αποτέλεσε το σκηνικό για κινηματογραφικά και τηλεοπτικά γυρίσματα. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος έχει απαθανατίσει σημεία της Σκάλας σε αρκετά πλάνα ταινιών του, όπως και ο Σταύρος Καπλανίδης στην τηλεοπτική σειρά «Ο Λούσιας», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Χουλιαρά, που μεταδόθηκε από την ΕΡΤ1 το 1989.
Ο «Τύπος Ιωαννίνων» κάνει ένα μικρό φωτογραφικό αφιέρωμα στη Σκάλα, καλύπτοντας τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Όλες οι φωτογραφίες, εκτός από τη φωτογραφία-πλάνο ταινίας του Αγγελόπουλου, είναι του εικαστικού Πέρου Μπέχλη. Μερικές από αυτές είχαν φιλοξενηθεί σε οδηγό της πόλης των Ιωαννίνων που είχε εκδοθεί το 1985.
Στη φωτογραφία απεικονίζεται Το καφενείο «Βόρειος Ήπειρος» ή το καφενείο του Σάββα όπως έμεινε γνωστό. Στεγαζόταν στο παλιό πανδοχείο του Τσούλη, όπου σήμερα, εδώ και τρεις δεκαετίες, βρίσκεται το καφέ μπαρ Σκάλα
Στο λιμανάκι της «Σκάλας», στη συνοικία του Σιαράβα βρίσκεται το διώροφο κτίριο που κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ο απάνω όροφος του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε τον προηγούμενο αιώνα ως πανδοχείο, με την ονομασία «Νέα Υόρκη».
Χώρος φιλόξενος για τους επισκέπτες της πόλης μας που ερχόταν κυρίως από την απέναντι πλευρά της λίμνης.
Στο ισόγειο του Πανδοχείου λειτουργούσε το ιστορικό καφενείο «τα ναυτάκια».
Το κτίριο στις μέρες μας είναι γνωστό με το όνομα αυτό και στον ανακαινισμένο από το 1996 χώρο λειτουργεί σήμερα ένα σύγχρονο καφέ μπαρ.(https://egiannina.wordpress.com/)







