Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Η Καστροπολιτεία των Ιωάννίνων

Το Κάστρο των Ιωαννίνων είναι κτισμένο στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης, στη μικρή βραχώδη χερσόνησο που εισχωρεί στη λίμνη Παμβώτιδα. Αποτελεί μέχρι σήμερα μια μοναδική καστροπολιτεία, σημείο αναφοράς της πόλης, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την πλούσια ιστορία της περιοχής. Αποτελεί το αρχαιότερο βυζαντινό κάστρο της ελληνικής επικράτειας, με αδιάκοπη ιστορία καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα κάστρα στην Ελλάδα που εξακολουθεί να κατοικείται μέχρι σήμερα. Πήρε τη σημερινή του μορφή κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο έχοντας ενσωματώσει μεγάλο μέρος της προγενέστερης βυζαντινής οχύρωσης.
Ιστορικά στοιχεία
Το Κάστρο των Ιωαννίνων είναι η οχυρωμένη παλιά πόλη των Ιωαννίνων στη βορειοδυτική Ελλάδα. Η σημερινή οχύρωση ανοικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Αλή Πασά στην ύστερη οθωμανική περίοδο, αλλά ενσωματώνει επίσης προϋπάρχουσες βυζαντινές κατασκευές. Τα Ιωάννινα αναφέρονται σε διάταγμα του 1020 από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄, αλλά σαφώς υπήρχε για αρκετούς αιώνες πριν. Παραδοσιακά, η ίδρυση και η πρώτη οχύρωση της πόλης τοποθετήθηκαν τον 6ο αιώνα, όταν ο ιστορικός Προκόπιος(Περί κτισμάτων, IV.1.39–42) καταγράφει την κατασκευή μιας νέας, «καλά οχυρωμένης» πόλης από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄ (βασ. 527–565) για τους κατοίκους της αρχαίας Εύροιας. Ωστόσο, αυτή η άποψη δεν υποστηρίζεται από σαφή αρχαιολογικά στοιχεία. Οι ανασκαφές των αρχών του 21ου αιώνα έφεραν επιπλέον στο φως οχυρώσεις που χρονολογούνται στην ελληνιστική περίοδο (4ος-3ος αιώνας π. Χ.), η χάραξη των οποίων ακολουθήθηκε σε μεγάλο βαθμό από μεταγενέστερη ανακατασκευή του φρουρίου στη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο. Η ταύτιση του χώρου με μία από τις αρχαίες πόλεις της Ηπείρου δεν ήταν ακόμη δυνατή. Ο Έλληνας αρχαιολόγος Κ. Τσουρές χρονολόγησε τα τείχη της βυζαντινής πόλης και τη βορειοανατολική ακρόπολη στον 10ο αιώνα, με προσθήκες στα τέλη του 11ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένης της νοτιοανατολικής ακρόπολης, που αποδίδεται παραδοσιακά στη βραχύβια κατοχή της πόλης από τους Νορμανδούς υπό την ηγεσία του Βοημούνδου του Τάραντα. Ο Βοημούνδος υπήρξε μεγάλη μορφή εκείνης της εποχής. Ήταν γιος του περιβόητου Ροβέρτου Γυισκάρδου (Δούκα Καλαβρίας & Σικελίας) και πολύ αργότερα διακρίθηκε ως ο de facto αρχηγός της Α’ Σταυροφορίας. Έφτασε μάλιστα να γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας. Οι Νορμανδοί είχαν ξεκινήσει επιδρομές στα Δυτικά Βαλκάνια το 1080 και αρχικά είχαν επιτυχίες. Στη συνέχεια όμως, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός αντεπιτέθηκε και κατόρθωσε να τους απωθήσει. Ο Βοημούνδος για να διαφυλάξει τα μέχρι τότε κεκτημένα, οργανώθηκε αμυντικά. Στα Ιωάννινα έκανε ενίσχυση της οχύρωσης κατασκευάζοντας τάφρο και χτίζοντας μια δεύτερη ακρόπολη. Μέχρι σήμερα στο κάστρο σώζεται ο λεγόμενος «πύργος του Βοημούνδου», ο οποίος όμως ενδέχεται να είναι βυζαντινός και να προϋπήρχε της Νορμανδικής επιδρομής. Οι Νορμανδοί έχασαν σύντομα τα περισσότερα εδάφη που είχαν κατακτήσει σε εκείνη την εκστρατεία, όμως η περιοχή των Ιωαννίνων παρέμεινε υπό τον έλεγχό τους για 25 ακόμα χρόνια, μέχρι το 1108. Ίσως στην περίοδο αυτή θα μπορούσε να αναζητηθεί η απαρχή της οικονομικής άνθισης της πόλης κατά το Μεσαίωνα, που στηρίχτηκε στην ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με τη Δύση και τη Βενετία, κάτι που υπό κανονικές συνθήκες, για ένα απλό πολίδιον της ενδοχώρας, δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο. Το 13ο αιώνα, με την εγκαθίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, τα Ιωάννινα έγιναν το δεύτερο σημαντικότερο αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας ανοικοδόμησε τμήματα των τειχών της πόλης και εγκατέστησε στο κάστρο μέλη αριστοκρατικών οικογενειών που είχαν φύγει από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση από τους Φράγκους το 1204. Αυτό έδωσε στην πόλη μια νέα πληθυσμιακή, οικονομική και πνευματική ώθηση. Σε όλη την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος αιώνας), η πόλη των Ιωαννίνων γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Η οικονομική ευμάρεια δημιούργησε μια εύπορη και ισχυρή αστική τάξη που, όπως αποδείχτηκε σε πολλές περιπτώσεις, είχε τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις για την πορεία της πόλης. Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Γιαννιώτες κατάφεραν να αποδεσμευτούν από την ηγεμονία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την κηδεμονία της Άρτας και παρέδωσαν την πόλη τους στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο. Σε αντάλλαγμα, πήραν μια σειρά προνομίων που κατοχυρώνονται με δύο αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, του 1319 και του 1321. Τα προνόμια αυτά αφορούσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, άρχοντες και «κοινόν», και βασικά είχαν να κάνουν με φορολογικές απαλλαγές, όπως το κομμέρκιον (φόρο εμπορίου), το μιτάτον (δικαίωμα του στρατού να αγοράζει φθηνά προϊόντα), την αποβίγλιση κλπ. Όμως δεν απέφυγαν την ευθύνη για την «επιμέλειαν και περιποίησιν και ανάκτισιν» του κάστρου τους. Η νέα κατάσταση δεν κράτησε πολύ γιατί με το θάνατο του Ανδρόνικου Γ’ ξέσπασε Βυζαντινός εμφύλιος και οι Σέρβος κράλης Στέφανος Δουσάν εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία κατέλαβε πολλά Βυζαντινά εδάφη, μεταξύ των οποίων και τα Γιάννενα, το 1348. Πάντως και σε αυτήν την περίπτωση οι Γιαννώτες παρέδωσαν την πόλη μόνο αφού εξασφάλισαν προνόμια από τους Σέρβους. Δεσπότης Ηπείρου και Θεσσαλίας έγινε τότε ο Συμεών Ούρεσης, αδερφός του Στέφανου Δουσάν. Οι Σέρβοι παρέμειναν επικυρίαρχοι μέχρι το 1356 όταν την περιοχή ανακατέλαβε για λογαριασμό των Βυζαντινών ο Νικηφόρος Β’ Ορσίνι που είχε τα δικαιώματα του θρόνου του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ήταν μια πολύ ταραγμένη εποχή. Εκτός από τα προβλήματα με εμφυλίους, δυναστικές έριδες, Σέρβους ηγεμονίσκους κλπ, η περιοχή αντιμετώπιζε σοβαρότατα προβλήματα και με Αλβανούς ληστές. Το 1359 ο Νικηφόρος Β’ σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Αλβανούς επιδρομείς. Μετά απ’ αυτό, ο Συμεών Ούρεσης, που είχε καταφύγει στην Καστοριά, ανακατέλαβε την Ήπειρο και τη Θεσσαλία και αυτοαναγορεύθηκε Τσάρος Ηπείρου. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχε τον πλήρη έλεγχο. Υπήρχε κενό εξουσίας και ο πληθυσμός ήταν απροστάτευτος. Το 1366 οι κάτοικοι των Ιωαννίνων και του Αγίου Δονάτου έστειλαν πρεσβεία στον Συμεών-Ούρεση με το αίτημα να ορίσει κάποιον ηγέτη ικανό να τους κυβερνήσει και να τους προστατέψει. Ο Συμεών ανέθεσε τη δουλειά στον άντρα της κόρης του, τον Θωμά Πρελούμπο. Έτσι, ο Θωμάς Β’ Πρελούμπος ή Πρελούμποβιτς ή Θωμάς Κομνηνός Πρελούμπος Παλαιολόγος έγινε Δεσπότης Ηπείρου από το 1366 έως το 1384. Υπήρξε μισητός λόγω της αυταρχικής του συμπεριφοράς. Στο «Χρονικό των Ιωαννίνων» περιγράφεται ως αδίστακτος και δεσποτικός τύραννος. Μεταξύ άλλων δήμευσε εκκλησιαστική και ιδιωτική περιουσία και την πρόσφερε σε Σέρβους. Αντιμετώπισε όμως μάλλον με επιτυχία το πρόβλημα με τους Αλβανούς. Το 1382 αναγνωρίστηκε ως Δεσπότης και από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Το 1384 σκοτώθηκε πέφτοντας θύμα συνωμοσίας στην οποία συμμετείχε και γυναίκα του Μαρία Νεμάνιτς. Ανεξάρτητα από την υστεροφημία του Πρελούμπου, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του τα Γιάννενα έγιναν για πρώτη φορά η σπουδαιότερη πόλη της Ηπείρου (κυρίως επειδή στην Άρτα είχαν επικρατήσει Αλβανοί). Ο Πρελούμπος έκτισε ή επιδιόρθωσε αρκετά κάστρα στην Ήπειρο και έκανε σοβαρές επεμβάσεις και στο κάστρο των Ιωαννίνων. Σώζεται μέχρι σήμερα ο «πύργος του Θωμά». Η χήρα του Πρελούμπου, γνωστή και ως Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα Παλαιολογίνα, έγινε «Βασίλισσα» και ήταν πολύ αγαπητή στους Γιαννιώτες. Το 1385 παντρεύτηκε τον Ιταλό ευγενή και τυχοδιώκτη Ησαύ Μπουοντελμόντι (Esau de' Buondelmonti), ο οποίος βρισκόταν στα Γιάννενα ως αιχμάλωτος πολέμου από το 1379. Ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης υποστηρίζει ότι η χήρα και ο Ιταλός ήταν εραστές πριν δολοφονηθεί ο Πρελούμπος. Όπως και να ‘χει, ο Μπουοντελμόντι αποδείχθηκε καλός και δημοφιλής ηγεμόνας έχοντας και την επίσημη αναγνώριση του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Το 1411 πέθανε από φυσικά αίτια. Επρόκειτο να τον διαδεχθεί ο γιος του Γεώργιος, αλλά οι προύχοντες των Ιωαννίνων παρέδωσαν την πόλη στον Κάρολο Α’ Τόκκο. Ο Κάρολος Α’ Τόκκο (1372-1429) ήταν κόμης παλατινός Κεφαλληνίας & Ζακύνθου και εκείνη την εποχή ήταν ο πιο ισχυρός Φράγκος ηγεμόνας στην Ελλάδα. Ο Ησαύ Μπουοντελμόντι ήταν αδερφός της μητέρας του. Οι Τόκκοι ήταν Γαλλικής καταγωγής ορμώμενοι εξ Ιταλίας και ουσιαστικά είχαν πλέον ελληνοποιηθεί. Ο Κάρολος Α’ Τόκκο πέθανε το 1429 και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός και θετός του γιος Κάρολος Β’. Αυτή η διαδοχή προκάλεσε την αντίδραση των μη νόμιμων γιων του Καρόλου Α’, κυρίως του Μέμνονα Τόκκο (Memnone di Tocco). O Μέμνων ζήτησε τη βοήθεια του Τούρκου Σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος πολύ πρόθυμα έστειλε στρατό υπό τον Μέγα Βεζίρη Καρά Σινάν Πασά. Ο βεζίρης ήρθε σε συνεννόηση απευθείας με τους άρχοντες της πόλης, οι οποίοι αφού εξασφάλισαν προνόμια για τους κατοίκους, συμφώνησαν να του την παραδώσουν. Η συμφωνία, που έμεινε στην ιστορία ως ο «Ορισμός του Σινάν πασά» ήταν ομολογουμένως ευνοϊκή. Οι Οθωμανοί δεν είχαν δικαίωμα να χτίσουν στο κάστρο ούτε μασγίδι, δηλαδή μικρό τζαμί. Ο Κάρολος Τόκκο δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει και υπέγραψε ταπεινωτική συνθήκη παράδοσης της πόλης με καταβολή ετήσιου φόρου υποτελείας 500 δουκάτων συν 500 δουκάτα δώρο σε κάθε νεοδιοριζόμενο πασά των Ιωαννίνων. Προσωρινά κατόρθωσε να κρατήσει τις υπόλοιπες κτήσεις του, και παρέμεινε για λίγο ακόμα Δεσπότης με έδρα την Άρτα. Έτσι στις 9 Οκτωβρίου 1430 η πόλη των Ιωαννίνων παραδόθηκε στους Οθωμανούς. Το επόμενο επεισόδιο σχετικά με την ιστορία του κάστρου σημειώθηκε το 1611. Τότε, ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος (ή Σκυλόσοφος), πρώην Επίσκοπος Λάρισας, ηγήθηκε εξέγερσης στην περιοχή. Η εξέγερση καταπνίγηκε από το διοικητή της πόλης Ασλάν Πασά, που ήταν γενίτσαρος ελληνικής καταγωγής, ενώ ο Διονύσιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στο κάστρο των Ιωαννίνων. Η συνέπεια του ξεσηκωμού ήταν η κατάργηση των προνομίων. Ο ελληνικός πληθυσμός εκδιώχθηκε από το κάστρο και οι εκκλησίες γκρεμίστηκαν. Στη θέση του ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου χτίστηκε το 1618 το Ασλάν Τζαμί. Το 1789, πασάς στα Γιάννενα έγινε ο Αλή πασάς ο Τεπελενλής. Μέχρι το θάνατο του το 1822, η πόλη των Ιωαννίνων γνώρισε την πιο ταραχώδη περίοδο της ιστορίας της αλλά και το απόγειο της ακμής της. Η μορφή του κάστρου των Ιωαννίνων είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των εργασιών που έγιναν επί των ημερών του Αλή πασά που ολοκληρώθηκαν πριν το 1815. Μεταξύ των άλλων, ο Αλή πασάς έκτισε στο Ιτς Καλέ, στη θέση της ακρόπολης του Βοημούνδου, το μεγαλοπρεπές σεράι του. Το 1913 τα Ιωάννινα παραδίδονται στον Ελληνικό Στρατό. Το κάστρο, με επίκεντρο το Ιτς Καλέ, μετατρέπεται σε στρατόπεδο. Το 1978 ο χώρος του κάστρου πέρασε στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού.>
Πηγές - https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF_%CE%99%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD -https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=ioannina
< Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
Ο εξωτερικός περίβολος των τειχών έχει περίμετρο περί τα 2000 μέτρα και περικλείει μια έκταση 200 στρεμμάτων.Το κάστρο χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα: τον εξωτερικό περίβολο, τη ΒΔ ακρόπολη, όπου δεσπόζει το Ασλάν Τζαμί, τη ΝΑ ακρόπολη με το περίφημο Ιτς Καλέ και, τέλος, την καθαυτό Καστροπολιτεία, την παλαιά, περίτειχη πόλη των Ιωαννίνων. Η έκταση μέσα στα τείχη του είναι 200 στρέμματα περίπου.
Η κάτοψη του κάστρου έχει σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο περιέβαλλε ολόκληρη την πόλη. Διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Ο οχυρωματικός περίβολος έχει ύψος που κυμαίνεται σήμερα από τα 8,85 μ. έως και τα 13,69 μ. Μέσα στο κάστρο, σε δύο ελαφρά υπερυψωμένα σημεία, υπήρχαν δύο ακροπόλεις (εσωτερικά φρούρια): η βορειοανατολική ακρόπολη με το Ασλάν τζαμί και η νοτιοανατολική ακρόπολη ή Ιτς Καλέ με το Φετιχιέ τζαμί και τον πύργο του Βοημούνδου. Η εκτός των δύο ακροπόλεων επιφάνεια του κάστρου καλύπτεται από σπίτια της παλιάς πόλης. Είναι μια σύγχρονη συνοικία εντός των παλιών τειχών. Χρονολογείται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και στο περιμετρικό τείχος της διασώζει μέρος της οχύρωσης της ίδιας εποχής. Ταυτίζεται με τον Επάνω Γουλά των μεσαιωνικών πηγών και πιστεύεται ότι εδώ υπήρχαν τα παλάτια των κατά καιρούς ηγεμόνων της πόλης. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνει το συγκρότημα του τζαμιού του Ασλάν πασά που κτίστηκε το 1618 και περιλαμβάνει τον μεγάλο μεντρεσέ. Το τζαμί αποτελεί εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής του 17ου αι. με ανάγλυφη και γραπτή διακόσμηση της ίδιας εποχής, που εντοπίζεται κυρίως στον μεγάλο τρούλο. Φέρει στις τρεις πλευρές του μεγάλη στοά η οποία περιβάλλει μια μικρότερη, υπόστυλη, που ήταν η αρχική του. Το τζαμί αποτελούσε ένα μεγάλο κιουλιέ, δηλαδή θρησκευτικό συγκρότημα, που εξυπηρετούσε τόσο τις θρησκευτικές όσο και τις πνευματικές ανάγκες των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, καθώς στο μεντρεσέ λειτουργούσε ιερατικό σχολείο. Σημαντική ήταν και η παράλληλη φιλανθρωπική δράση του συγκροτήματος. Το Ασλάν Τζαμί φιλοξενεί το Δημοτικό Εθνογραφικό Μουσείο Ιωαννίνων, τον μεσαιωνικό πύργο, το Μουσείο «Φώτη Ραπακούση» και τον Mεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο). Πολύ κοντά στο τζαμί υπάρχει ο τουρμπές, δηλαδή ο τάφος του Ασλάν πασά, ένα οκτάπλευρο θολοσκεπές μνημείο, οι τοίχοι του οποίου εσωτερικά κοσμούνται με ποικίλο φυτικό διάκοσμο.Κοντά στο τζαμί είναι ο τουρμπές, ο τάφος του Ασλάν πασά.
Πηγή¨https://www.visitgreece.gr/el/experiences/culture/archaeological-sites-and-monuments/the_castle_town_of_ioannina/ https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=ioannina -
<
Δημοτικό Μουσείο Ιωαννίνων Τζαμί Ασλάν Πασά
Το Τζαμί του Ασλάν Πασά υπήρξε ο πυρήνας ενός μεγάλου θρησκευτικού – εκπαιδευτικού συγκροτήματος, από το οποίο σήμερα σώζεται ο ομώνυμος Τουρμπές (Μαυσωλείο), ο Μενδρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και τα Μαγειρεία (εστία). Το Δημοτικό Μουσείο φιλοξενεί τρεις συλλογές, αντιπροσωπευτικές των κατοίκων του κάστρου κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του: χρισταιανική, εβραϊκή, μουσουλμανική. Τα αντικείμενα είναι δωρεές επιφανών οικογενειών, χρονολογούνται από τον 18ο–20ο αιώνα και είναι σκεύη με χρηστικό και διακοσμητικό χαρακτήρα από διάφορα μέταλλα ή και πορσελάνη. Επίσης μπορεί κανείς να δει όπλα και ενδυμασίες χαρακτηριστικές της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Στα αντικείμενα της συλλογής του χριστιανικού στοιχείου περιλαμβάνονται και εκκλησιαστικά αργυρά σκεύη, άμφια και εκκλησιαστικά βιβλία από τη Συλλογή του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος. Στην εβραϊκή συλλογή εκτίθενται παραπετάσματα από το κτήριο της παλαιάς συναγωγής, φορεσιές κ.α της άλλοτε ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας Ιωαννίνων. Τα αντικείμενα από το μουσουλμανικό στοιχείο εκτίθενται στον κεντρικό χώρο. Υπάρχουν ανατολίτικα υφάσματα του 16ου,του 17ου και του 18ου, έπιπλα από ξύλο και φίλντισι της εποχής του Αλή-Πασά, μπρούτζινα αντικείμενα και μουσουλμανικά βιβλία. Στους χώρους που περιβάλλουν το τέμενος υπάρχει η πυριτιδαποθήκη, η σπηλιά του Διονυσίου Φιλοσόφου, τάφοι επιφανών Τούρκων και ο μεσαιωνικός πύργος. Πολύ κοντά στην συγκεκριμένη Ακρόπολη βρίσκονται 3 σημαντικά μνημεία της εποχής της Τουρκοκρατίας. Πρόκειται για το λουτρό, την τουρκική βιβλιοθήκη και το σουφαρί σεράι. •
Η ΝΑ ακρόπολη- Ιτς Καλέ
Η δεύτερη ακρόπολη νοτιοανατολικά, είναι γνωστή ως Ιτς-Καλέ, δηλ. εσωτερικό φρούριο με το Φετιχέ Τζαμί (1795), χτισμένο και ανακαινισμένο από τον Αλή Πασά. Στο κέντρο της, στη θέση που βρίσκονταν τα Σεράγια του Αλή πασά, στεγάζεται σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο. Εδώ βρίσκονται επίσης οι τάφοι του Aλή Πασά και της πρώτης του γυναίκας, η πυριτιδαποθήκη, το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων και το θησαυροφυλάκιο με τη βυζαντινή συλλογή αργυροχοΐας. Τέλος το καλοδιατηρημένο κτήριο με τις χαρακτηριστικές καμινάδες κάποτε στέγαζε τα μαγειρεία.(Πηγή΄https://www.visitgreece.gr/el/experiences/culture/archaeological-sites-and-monuments/the_castle_town_of_ioannina/)
Το Φετιχιέ ή Φετιχέ Τζαμί Το Φετιχιέ Τζαμί (=τζαμί της κατάκτησης) είναι οθωμανικό τζαμί που είναι κτισμένο στα Ιωάννινα.. Χτίστηκε στη θέση της βυζαντινής Μητρόπολης της πόλης, του ναού του Ταξιάρχη Μιχαήλ. Το Φετιχιέ Τζαμί αποτελείται από την αίθουσα προσευχής και την ανοιχτή στοά (ρεβάκ). Η αίθουσα προσευχής είναι μονόχωρη, με θόλο και στη βόρεια πλευρά υπάρχει στενός ξύλινος εξώστης, μεταγενέστερος. Στο εξωτερικό του κτιρίου, ο μιναρές υψώνεται στη νοτιοδυτική γωνία. Στο ανώτερο τμήμα της βάσης του είναι εντοιχισμένες πλάκες με λιθανάγλυφη διακόσμηση, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν σχηματική παράσταση μουσουλμανικής πόλης και πτηνών. Στο εσωτερικό, η διακόσμηση του θόλου και της τοξοστοιχίας με συνθέσεις ανθέων σε συνδυασμό με γεωμετρικά μοτίβα αναδεικνύουν τον χώρο, ενώ ανάμεσά τους υπάρχουν επιγραφές από το Ιερό Κοράνιο. Στο νότιο τοίχο του κτιρίου, την κίμπλα, που σύμφωνα με τα μουσουλμανικά έθιμα είναι στραμμένη προς τη Μέκκα, ανοίγεται η ιερή κόγχη του τεμένους, το μιχράμπ. Το μιχράμπ του Φετιχιέ φέρει εντυπωσιακό γύψινο και γραπτό διάκοσμο. Στο κέντρο του επιστυλίου αναγράφεται η βεβαίωση της ισλαμικής πίστης: «Ένας ο Θεός και ο Μωάμεθ ο προφήτης αυτού», ενώ δύο βυζαντινοί πεσσίσκοι, τμήμα πιθανόν του ναού του Ταξιάρχη Μιχαήλ, ορίζουν το μιχράμπ. Οι τάφοι του Αλή πασά και της οικογένειάς του βρίσκονται κοντά στο τζαμί. Οι πρόσφατες εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης συντέλεσαν ώστε σήμερα το Φετιχιέ τζαμί να φιλοξενεί έκθεση εποπτικού υλικού που αφορά το μνημείο, στο μνημειακό σύνολο του Κάστρου των Ιωαννίνων, αλλά και το ευρύτερο ιστορικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής καθώς και την ιστορική προσωπικότητα με την οποία συνδέεται η σημερινή μορφή του τζαμιού, τον Αλή Πασά, ο οποίος αναμόρφωσε το τζαμί το 1795 και το έκανε το κύριο τζαμί του παλατιού του. Η έκθεση χωρίζεται σε τρία μέρη: 1) Η πόλη των Ιωαννίνων κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας 2) Το Κάστρο των Ιωαννίνων. Φρούριο και Σεράι 3) Αλή Πασάς ο Τεπελενλής. Ιστορία και Μύθος
Ο πύργος του Βοημούνδου και του Θωμά
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΒΑΡΒΑΡΑ ΑΓΓΕΛΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 10/04/2018, 23:59
Στην όψη του «πύργου» υπάρχει ένα μεγάλο τοξωτό άνοιγμα, ενώ σώζονται κατάλοιπα πλίνθινης επιγραφής με το όνομα ΘΩMΑC. Η πιο διαδεδομένη άποψη είναι ότι τον πύργο αυτόν τον έχτισε ο σέρβος ηγεμόνας (δεσπότης) της πόλης κατά την περίοδο 1367-1384 Θωμάς Πρελιούμποβιτς, ο οποίος είχε κάνει εκτεταμένες παρεμβάσεις στα βυζαντινά τείχη. Κατά μία άλλη άποψη, ο «πύργος» αποδίδεται στον Θωμά Κομνηνό, ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Θωμάς δολοφονήθηκε το 1318 από τον ανιψιό του Νικόλαο Ορσίνι (οι δολοφονίες για την εξουσία, ακόμα και μεταξύ συγγενών, ήταν δημοφιλές θέμα στα χρόνια του Βυζαντίου)…