Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Η Φρόντζου Πολιτεία

Η Φρόντζου Πολιτεία - Ξενοδοχείο, Εστιατόριο, Cafe - bar, Συνεδριακό Κέντρο, Παιδότοπος- ένα συγκρότημα χαρακτηρισμένο ως ιστορικός τόπος και διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού και πολυβραβευμένο από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς απέχει λιγότερο από ένα χιλιόμετρο από το κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων. Δικαίως διεκδικεί τον τίτλο της πιο κατάλληλης πρότασης για να βιώσετε τη δική σας γαστρονομική και φυσική εμπειρία.

Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων (ΔΗΠΕΘΙ)

Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων ιδρύθηκε το 1983 αποτελώντας τη φυσική συνέχεια του Οργανισμού Ηπειρωτικού Θεάτρου (ΟΗΘ) που το 1976 ξεκίνησε για πρώτη φορά στη χώρα μας (ταυτόχρονα με το Θεσσαλικό Θέατρο) το ανέβασμα επαγγελματικών θεατρικών παραγωγών στην ελληνική περιφέρεια. Σήμερα λειτουργεί με τη μορφή της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης έχοντας βάση τις Προγραμματικές Συμβάσεις που υπογράφονται μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού, του Δήμου Ιωαννιτών και της Περιφέρειας Ηπείρου, φορείς που επιχορηγούν τη λειτουργία του Θεάτρου. Έχει ανεβάσει πάνω από 110 επαγγελματικές θεατρικές παραγωγές που παρουσιάστηκαν από τις 4 Σκηνές του Θεάτρου (Κεντρική, Νεανική-Παιδική, Νέα, Πειραματική) στην έδρα του και σε πολλές περιοδείες καλύπτοντας πάνω από 300 διαφορετικούς τόπους σ' όλη τη χώρα και το εξωτερικό. Επίσης το Θέατρο ανέπτυξε ποικίλη και πολύπλευρη πολιτιστική, καλλιτεχνική και εκπαιδευτική δραστηριότητα σε πολλούς τομείς ενδιαφέροντός του, λειτουργεί μόνιμα δανειστική θεατρική βιβλιοθήκη κι έκθεση δραστηριοτήτων, ενώ παρέχει σε καθημερινή βάση βοήθεια όποτε ζητηθεί κυρίως με υλικοτεχνική υποδομή, αλλά και προσωπικό εφόσον είναι εφικτό από τις δραστηριότητές του. Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων διοικείται από 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο κατά την τρέχουσα δημοτική περίοδο αποτελείται από τους: Τακτικά Μέλη Αναπληρωματικά Μέλη Κωτσαντή Χριστίνα Μαμακή – Αθανάσιου Γιαννούλα Αϊβατίδης Ιωάννης Λυκογιώργος Ιωάννης Λώλης Γεώργιος Βλέτσας Βασιλειος Μέγα Βασιλική Μπέγκα Αλεξάνδρα Ντόβα Λευκοθέα Νότη Γιάννα Ζούκη Ανδρονίκη Μπιάνκο Γιουλιέλμο Λεοντίου Δήμητρα Ρώσσης Κωνσταντίνος Βενέτη Μαρία Ζήκος Άγγελος Σφαιρόπουλος Νικόλαος Βαγγελίδης Γρηγόριος

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Γιάννενα, η πόλη των ασημουργών

Τα Γιάννενα αποκαλούνται «η πόλη των ασημουργών» λόγω της μακραίωνης και διαχρονικής παράδοσης της στην αργυροχοΐα, που χρονολογείται από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Η αργυροτεχνία καθόρισε την οικονομική και παραγωγική ταυτότητα της πόλης, η οποία είναι γνωστή για τα μοναδικά κομψοτεχνήματα και την τέχνη της αργυροχοΐας, που συνδέεται άμεσα με την πόλη και την Ήπειρο ευρύτερα. Η παραδοσιακή τέχνη της αργυροχοΐας έχει βαθιές ρίζες στην πόλη, καθορίζοντας την πολιτιστική και οικονομική της φυσιογνωμία. • Η παράδοση στην ασημουργία φτάνει πίσω στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική της σημασία. • Μοναδικά Κομψοτεχνήματα: Οι τεχνίτες των Ιωαννίνων δημιουργούν κοσμήματα και άλλα σκεύη από ασήμι, διατηρώντας την αυθεντική λαϊκή παράδοση του τόπου. • Μουσείο Αργυροτεχνίας: Υπάρχει το Μουσείο Αργυροτεχνίας στο Κάστρο της πόλης, που αποκαλύπτει την τέχνη και τα μυστικά των ασημουργών, όπως τεχνοτροπίες σαν το «Σαβάτ». • Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας: Σήμερα, εργαστήρια αργυροχοΐας συνεργάζονται για να δημιουργήσουν χειροποίητα, μοναδικά κοσμήματα, διατηρώντας ζωντανή την τέχνη.(κείμενο ΑΙ)
Τα Ιωάννινα αποτελούν τη μεγαλύτερη και ιστορικότερη πόλη της Ηπείρου χτισμένη στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας, με μακραίωνη και διαχρονική παράδοση στην αργυροχοΐα από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο επισκέπτης καθώς φτάνει στην πόλη των Ιωαννίνων δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει την σημαντική της ανάπτυξη και να μαγευτεί από την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της, αφού συνδυάζει τόσο αρμονικά το δυτικό στοιχείο με το ανατολίτικο. Εντός της υπάρχει το Κάστρο, το οποίο χτίστηκε το 528 μ.Χ. και αποτελεί μία μικρή πόλη μέσα στην πόλη των Ιωαννίνων με σημαντικές ιστορικές καταβολές. Στο Κάστρο αναπτύχθηκαν τα ελληνικά γράμματα και δίδαξαν σπουδαίοι δάσκαλοι του Γένους, ενώ εκεί ο Αλή Πασάς ερωτεύθηκε την περίφημη κυρά-Φροσύνη, την ερωμένη του γιου του. Το Κάστρο αποτελείται από το Ασλάν Τζαμί, την ακρόπολη με το Ιτς Καλέ και την Καστροπολιτεία και την παλαιά πόλη των Ιωαννίνων. Στην Ακρόπολη του Ιτς Καλέ βρίσκεται και το σπουδαίο Μουσείο Αργυροτεχνίας, όπου ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει έργα υψηλής αισθητικής και μακράς ιστορίας, φιλοτεχνημένα και σμιλεμένα από ασήμι. Το σημείο αναφοράς, ωστόσο, των Ιωαννίνων είναι η λαϊκή τέχνη και πιο συγκεκριμένα η γιαννιώτικη τέχνη ή τέχνη της ασημουργίας, η οποία έχει τις ρίζες της στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Υπάρχουν στοιχεία όπου έχει καταγραφεί η εμπορική και εξαγωγική δραστηριότητα προϊόντων αργυροχοΐας από τους Γιαννιώτες τεχνίτες σε περιοχές όπως το Βελιγράδι, την Βενετία, το Βουκουρέστι, την Πράγα, τη Βιέννη, τα Σκόπια και την Ρωσία. Τον 18ο και 19ο αιώνα η ασημουργία γνώρισε μεγάλη άνθιση στην πόλη των Ιωαννίνων, μία περίοδο όπου η πόλη είχε αναδειχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα εμπορικά, οικονομικά και πνευματικά κέντρα των Βαλκανίων. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο ίδιος ο Αλή Πασάς ίδρυσε στην εποχή του εργαστήρια αργυροχοϊας εντός του παλατιού του και συγκέντρωσε σε αυτά τους καλύτερους τεχνίτες. Το γεγονός αυτό, πιστοποιεί και μία μικρή επίσκεψη στο Νησί των Ιωαννίνων και στο σπίτι του Αλή Πασά, το οποίο λειτουργεί σήμερα ως μουσειακός χώρος με ποικίλα ασημένια εκθέματα, από μαγειρικά σκεύη και κοσμήματα, μέχρι κέρματα και οπλισμό. Οι Καλαρρύτες, η Κόνιτσα, το Μέτσοβο, το Ζαγόρι, η Άρτα και άλλες περιοχές της Ηπείρου αποτελούσαν επίσης σπουδαία κέντρα αργυροχοΐας. Οι Καλαρρυτινοί ξεχώρισαν με την τεχνική τους στο ασήμι, ενώ οι δημιουργίες τους ξεπέρασαν τα σύνορα της Ηπείρου και μεταφέρθηκαν σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Περισσότερο γνωστοί είναι για τα εκκλησιαστικά αντικείμενα που δημιουργούσαν, ενώ στα εργαστήριά τους φιλοτεχνήθηκαν τα διασημότερα αργυροχοϊκά έργα της νεότερης Ελλάδας. Το τέλος για την καλαρρυτινή αργυροτεχνία έρχεται τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το ασήμι αποτέλεσε το κυριότερο μέταλλο για τη δημιουργία, σκευών, κοσμημάτων και ποικίλων αντικειμένων, μεγάλης αξίας. Τα ποιοτικά και εκλεκτά έργα φιλοτεχνούνταν μόνο με καθαρό ασήμι. Τα εργαστήρια της πόλης εξέλιξαν και ανέπτυξαν την τεχνογνωσία τους, ώστε να αναδείξουν και να εξελίξουν τα γιαννιώτικα ασημικά. Η γιαννιώτικη τέχνη εμπνευσμένη από την αρχαιοελληνική και βυζαντινή τέχνη, όπως την κοσμητική και τη μεταλλοτεχνία αναπτύχθηκε με καλαισθησία και ιδιαίτερη τεχνική κατά την πάροδο των χρόνων. Το σφυρήλατο, το σκαλιστό, το φιλιγκράν και το σαβάτ αποτελούν τεχνικές οι οποίες, πολλές φορές και σε συνδυασμό μεταξύ τους απογείωσαν τις δημιουργίες των αργυροχόων των Ιωαννίνων. Οι ασημουργοί εκείνη την περίοδο έχαιραν μεγάλης κοινωνικής καταξίωσης και αναγνώρισης. Ωστόσο, για να χαρακτηριστεί κάποιος “καλός τεχνίτης” ή “μάστορας”, έπρεπε να δουλέψει σκληρά και μεθοδικά και να γνωρίζει όλα τα στάδια που χρειάζονται για να ολοκληρωθεί και να φιλοτεχνηθεί ένα έργο από ασήμι. Ωστόσο, οι ίδιοι δεν διαχώριζαν το ασήμι από το χρυσάφι και το επεξεργάζονταν με τον ίδιο τρόπο. Σήμερα, η αργυροχοΐα είναι από τις λίγες τέχνες, που παρέμεινε ζωντανή κατά την πάροδο των χρόνων. Στα Ιωάννινα υπάρχουν πολλά εργαστήρια, που εξακολουθούν να παράγουν χειροποίητα έργα υψηλής αισθητικής με παραδοσιακές τεχνικές, όπως είναι τα περίφημα σκαλιστά σκεύη, τα σκαλιστά εκκλησιαστικά αντικείμενα, όπως εικόνες, τα χυτά αντικείμενα, όπως τα σερβίτσια και τα χυτά φωτιστικά, αλλά και τα Βυζαντινά και Αρχαϊκά κοσμήματα. Επιπλέον, διάσημα είναι και τα φιλιγκράν κοσμήματα και σκεύη, που κατασκευάζονται εξ’ ολοκλήρου από σύρμα στριμμένο σε σχέδια από το χέρι του αργυροχόου. Η εκπληκτική τεχνική αυτή έχει τις ρίζες στα χρόνια προ Χριστού. Όποιος επισκεφθεί τα Ιωάννινα και επιθυμεί να μάθει, πώς το ασήμι από ένα απλό μέταλλο μετατρέπεται σε έργο τέχνης, δεν έχει παρά να επισκεφθεί το ΚΕ.ΠΑ.ΒΙ, το Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας, δίπλα στη λίμνη Παμβώτιδα. Οι τεχνίτες εκεί δείχνουν στους επισκέπτες τη διαδικασία επεξεργασίας του ασημιού, όπου σε συνδυασμό με το πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό, πληροφορούνται και σχετικά με την ιστορία της αργυροχοΐας στα Ιωάννινα. Επί πρόσθετα, μαζί με τα εργαστήρια μπορεί να επισκεφθεί κανείς και το μουσείο και να θαυμάσει μία σειρά σπουδαίων εκθεμάτων, όπως εργαλεία παλαιότερων ετών και αντικείμενα. Πηγή¨https://www.artoffiligree.gr/polh-twn-ashmoyrgwn/polh-twn-ashmoyrgwn

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

Οι Στοές στα Γιάννενα

Οι στοές αποτέλεσαν είδος επαγγελματικών χώρων και κτίστηκαν μετά την πυρκαγιά που μπήκε με εντολή του Ρασήμ Πασά το 1869. Οι στοές, πρόδρομοι των σημερινών εμπορικών καταστημάτων, χαρακτηρίζονταν από την παρουσία στενών δρόμων οι οποίοι καλύπτονταν συνήθως με πέργκολες και ξύλινα στέγαστρα. Εκεί στεγάζονταν κυρίως επιχειρήσεις ομοειδών επαγγελμάτων. Όπως τα χάνια έτσι και οι στοές έφεραν το όνομα του ιδιοκτήτη τους, το οποίο τοποθετούνταν στην είσοδο της σε εγχάρακτη πινακίδα. Τέτοια παραδείγματα είναι η στοά Λιάμπεη και η στοά Αλιέως στην οδό Ανεξαρτησίας.
Η ΣΤΟΑ ΑΛΙΕΩΣ Η Στοά Αλιέως απέκτησε την σημερινή μορφή της μετά τη δεκαετία του 1990. Αποτελεί δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επάλληλες, αετωματικές απολήξεις της στέγης των καταστημάτων, τα τοξωτά ανώφλια και τα κιγκλιδώματα των ανοιγμάτων. Η Στοά Λιάμπεη σήμερα είναι διατηρητέα σε πολύ καλή κατάσταση. Αποτελεί και αυτή αξιόλογο δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, με εκλεκτικιστικά, σκηνογραφικά στοιχεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι είσοδοι της στοάς με λιθόκτιστο τοξωτό ανώφλι, αέτωμα και παραστάδες με επίκρανα ανατολίτικης τεχνοτροπίας. Η στοά κοσμείται με ωραία πέτρινα ανάγλυφα. Δεν είναι κτισμένη σε ευθεία γραμμή (η μοναδική) και ανάμεσα από παλιά μαγαζιά βγάζει στην Κάνιγγος. Στη μέση περίπου και αριστερά υπάρχει το πηγάδι της. Σήμερα, στεγάζει κατά κύριο λόγο καταστήματα διασκέδασης και εστίασης.
Η ΣΤΟΑ ΛΟΥΛΗ
Η Στοά Λούλη (Ανεξαρτησίας 78) κτίστηκε το έτος 1875 και οι αψίδες στην είσοδο της μεταφέρθηκαν από την Ιταλία. Αρχικά η στοά λειτούργησε ως χάνι, στο οποίο κατέλυαν οι άνθρωποι από τα χωριά, όταν παρέμεναν στα Γιάννινα. Σιγά σιγά το χάνι έγινε σημείο-κόμβος, όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι από όλη την Ήπειρο, για να ξεκινήσουν το μεγάλο, για την εποχή, ταξίδι τους στην Αθήνα. Η συνεχής κίνηση τόσων ανθρώπων είχε σαν αποτέλεσμα την μετατροπή της στοάς, σε εμπορικό κέντρο της εποχής. Πρώτοι ανάπτυξαν εμπορική δραστηριότητα στη Στοά, Εβραίοι έμποροι των Ιωαννίνων, οι οποίοι λειτούργησαν καταστήματα για υφάσματα και δέρματα. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, στη Στοά λειτούργησαν, κατά βάση, Σιδηρουργεία, Οινοποιείο, Ξυλουργεία και αποθηκευτικοί χώροι διαφόρων χρήσεων. Προσφάτως η στοά Λούλη έχει αποκατασταθεί από την αρχαιολογική εφορεία. Σήμερα στεγάζει κατά κύριο λόγο καταστήματα διασκέδασης και εστίασης.
Η ΣΤΟΑ ΛΙΑΜΠΕΗ Η Στοά Λιάμπεη σήμερα είναι διατηρητέα σε πολύ καλή κατάσταση. Αποτελεί και αυτή αξιόλογο δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, με εκλεκτικιστικά, σκηνογραφικά στοιχεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι είσοδοι της στοάς με λιθόκτιστο τοξωτό ανώφλι, αέτωμα και παραστάδες με επίκρανα ανατολίτικης τεχνοτροπίας. Η στοά κοσμείται με ωραία πέτρινα ανάγλυφα. Δεν είναι κτισμένη σε ευθεία γραμμή (η μοναδική) και ανάμεσα από παλιά μαγαζιά βγάζει στην Κάνιγγος. Στη μέση περίπου και αριστερά υπάρχει το πηγάδι της. Σήμερα, στεγάζει κατά κύριο λόγο καταστήματα διασκέδασης και εστίασης.

Το σπήλαιο Περάματος

Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων, βρίσκεται μόλις πέντε χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων στο ομώνυμο προάστιο Πέραμα, επάνω στο λόφο Γορίτσα. Τα πόδια του λούζει η λίμνη Παμβώτιδα Ιωαννίνων, που έγινε ξακουστή με το θρύλο της Κυρά-Φροσύνης και του Αλή Πασά Ένα τριώροφο παλάτι, με ασύγκριτες ομορφιές και θαυμαστά στολίδια, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ομορφότερα των Βαλκανίων, φιλοτέχνησε η φύση στα σπλάχνα του λόφου Γκορίτσα, που στεφανώνει το γραφικό χωριό Πέραμα. Τα στολίδια που διάλεξε η φύση γι΄ αυτό ήταν από τα πιο όμορφα και τα πλουσιότερα. Απαριθμεί 19 είδη σταλακτιτών και σταλαγμιτών, τη στιγμή που σε άλλα σπήλαια συναντώνται 6 -10 το πολύ είδη. Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων είναι το πρώτο Σπήλαιο στην Ελλάδα που αξιοποιήθηκε τουριστικά, αλλά και αυτό που παραμένει πρώτο στις εντυπώσεις όσον αφορά το μέγεθος και τη σπανιότητά του. Σε αυτό βρέθηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα (1956) απολιθωμένα οστά και δόντια της σπηλαίας άρκτου (Ursus spelaeus). Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων ανακαλύφθηκε τυχαία το 1940, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, καθώς οι κάτοικοι του χωριού προσπαθούσαν να βρουν καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς. Με το τέλος του πολέμου βρέθηκε στο Πέραμα ο Κωνσταντίνος Κασβίκης, γυμναστής και ερασιτέχνης σπηλαιολόγος, ο οποίος μαζί με την ομάδα του έβγαλε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στον τοπικό και Αθηναϊκό τύπο. Έτσι έμαθαν για το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων ο Ιωάννης και η Άννα Πετροχείλου, οι οποίοι επισκέφθηκαν το Πέραμα και άρχισαν συστηματική εξερεύνηση και χαρτογράφηση του Σπηλαίου, ώστε να αξιοποιηθεί τουριστικά. Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων συγκαταλέγεται μεταξύ των ωραιότερων σπηλαίων παγκοσμίως, που φιλοτέχνησε η φύση πριν 1.500.000 χρόνια, στα σπλάχνα του λόφου Γκορίτσα, σε ένα τριώροφο παλάτι. Τα «εκθέματα» που παρουσιάζονται είναι από τα πλουσιότερα, καθώς σε άλλα σπήλαια φτιάχνονται 6-10 είδη σταλακτιτών και σταλαγμιτών, ενώ στο Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων φτάνουν τα 19. Επίσης συναντάμε και γραφικές λίμνες με τα πέτρινα νούφαρά τους, στα κρυστάλλινα νερά των οποίων καθρεφτίζονται οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες. Στην έξοδο του Σπηλαίου, 25 μ. ψηλότερα από την είσοδο, ο επισκέπτης έχει μια υπέροχη θέα τόσο της πόλης των Ιωαννίνων, όσο και της θρυλικής λίμνης Παμβώτιδας, ξακουστής από τον ιστορικό θρύλο της Κυρά Φροσύνης και του Αλή Πασά. Από εκεί, ακολουθώντας ένα εξωτερικό γραφικό μονοπάτι επιστρέφει στην είσοδο του Σπηλαίου. Πηγές : 1. https://www.spilaio-perama.gr/ 2. https://www.archaiologia.gr/blog/photo/%CF%83%CF%80%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD/

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Προμαχώνας Λιθαρίτσια

Το φρούριο «Λιθαρίτσια» είναι κτισμένο στον ομώνυμο βραχώδη χαμηλό λόφο, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση νοτιοδυτικά από το Κάστρο, στο κέντρο της πόλεως των Ιωαννίνων. Ο ρόλος του ήταν σημαντικός καθώς αποτελούσε ισχυρό προμαχώνα του κυρίως κάστρου. ________________________________________ Ιστορία Το εντυπωσιακό αυτό έργο, δείγμα της ύστερης οθωμανικής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, κτίστηκε από τον Αλή πασά γύρω στα 1800 πάνω σε παλιότερο κάστρο του Νορμανδού Βοημούνδου. Ο Προμαχώνας, σε συνδυασμό με μία σειρά άλλων οχυρώσεων που είχαν κατασκευασθεί στα βραχώδη υψώματα ανάμεσα στο λόφο και στο Κάστρο, αποτέλεσαν ένα προστατευτικό κλοιό μπροστά από το Κάστρο της πόλης, μια πρώτη γραμμή άμυνας κατά οποιουδήποτε, που ενδεχομένως θα επιδίωκε να προωθηθεί προς τα τείχη. Σύμφωνα με χάρτη της πόλης των Ιωαννίνων που σχεδίασε κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα ο Γάλλος γεωγράφος Barbie du Bocage, σκεπαστός δρόμος με σκαλοπάτια ξεκινούσε από τον Προμαχώνα στα Λιθαρίτσια και κατέληγε στη γέφυρα, που οδηγούσε επάνω από την τάφρο στον νοτιοδυτικό προμαχώνα του Κάστρου, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την επικοινωνία των δύο οχυρών θέσεων. Στην κορυφή του λόφου, πάνω από τον προμαχώνα, ο Αλή πασάς έκτισε, το 1805, μεγάλο σεράι, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Freywald, τον οποίο κάλεσε από τη Βιέννη με τη μεσολάβηση του γιαννιώτη Σταύρου Ιωάννου, πατέρα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Σταύρου. Κοντά στο σεράι αυτό, έκτισε και άλλα δύο μέγαρα για τους γιους του. Το σεράι του Αλή πασά και τα παλάτια του Μουχτάρ και του Βελή καταστράφηκαν από πυρκαγιά το 1820, κατά την πολιορκία της πόλης από τα σουλτανικά στρατεύματα. Κατά τη διάρκεια αυτής της πολιορκίας υπέστη σοβαρές ζημιές και ο ογκώδης Προμαχώνας που προστάτευε το λόφο. Το 1869, ο νομάρχης του βιλαετίου Ιωαννίνων Αχμέτ Ρασίμ Πασάς, στο πλαίσιο των πολλών αλλαγών και αναβαθμίσεων που επιχείρησε στο κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων, επισκεύασε το παλιό σεράι και το μετέτρεψε σε στρατώνα. Ο στρατώνας υπήρχε σε αυτή τη θέση μέχρι τη δεκαετία του 1960. Ο ιδρυτής της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κωνσταντίνος Φρόντζος προέβη σε αναστήλωση του συγκροτήματος που λειτουργεί σήμερα σαν κέντρο αναψυχής. Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία Στην κάτοψη ο Προμαχώνας στα Λιθαρίτσια έχει σχήμα περίπου τριγωνικό, αλλά η ανατολική και η δυτική πλευρά του αναλύονται σε ανάπτυγμα τεθλασμένης γραμμής. Ο Προμαχώνας διαρθρώνεται σε πολλά επίπεδα. Στο ανώτερο τμήμα των παραπέτων ήταν εφοδιασμένος με κανόνια, ενώ στο κατώτερο υπήρχαν πυροβολεία. Υπόγεια με ισχυρή θολωτή οροφή συμπλήρωναν την αμυντικότητα του Προμαχώνα. Η τοιχοποιία του οχυρού είναι από ισχυρή αργολιθοδομή. Σημερινή Κατάσταση Το συγκρότημα (φρούριο-σεράγια) έχει αναστηλωθεί, αλλά από τον παλαιό προμαχώνα σήμερα σώζεται μόνο η βάση του και μέρος από τα τείχη. ________________________________________ • Πηγές: Σωτήριος Χαραλάμπους, Προμαχώνας Λιθαρίτσια, Μνημεία των Ιωαννίνων, σ. 109-110 https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=litharits ----------------------------

«Ο κόσμος των ταμπάκων» στα παλιά Ταμπάκικα- Η πριοχή της Σκάλας τότε και τώρα

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Τα ταμπάκικα των Ιωαννίνων του Αποστόλη Δ. Καλαντζή.
Μέχρι και τη δεκαετία του ’40, σ’ όλο τον ελληνικό χώρο, οι ανάγκες των ανθρώπων εξυπηρετούνταν από παραδοσιακά επαγγέλματα. Στα Γιάννενα υπήρχαν διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών όπως ραφτάδες, σαμαράδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες, ταμπάκηδες και άλλοι. Σε κάθε σημείο της πόλης υπήρχαν και τα ανάλογα εργαστήρια. Ειδικότερα η βυρσοδεψία εμφανίστηκε στην πόλη των Ιωάννινων με τη μορφή της συντεχνιακής οργάνωσης από τον 17ο αιώνα και άκμασε μέχρι τα μισά του 20ου. Με τα επαγγέλματα των δερματεμπόρων, των σαμαράδων και των υποδηματοποιών, απασχολούνταν μεγάλη μερίδα του εργατικού δυναμικού της πόλης κι αυτό οφείλονταν στη βυρσοδεψία. Τα ταμπάκικα Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομαζόμενου και Σκυλοσόφου το 1611, οι Οθωμανοί οδήγησαν τους Έλληνες κατοίκους του κάστρου των Ιωαννίνων σε έξωση. Οι καστρινοί εγκαταστάθηκαν στις συνοικίες της Σιαράβας, της Καραβατιάς και της Καλούτσιανης, έξω από τα τείχη του κάστρου, δίνοντάς τους νέα πνοή. Στη συνοικία της Σιαράβας εγκαταστάθηκαν τα ταμπάκικα, δηλαδή, τα βυρσοδεψία. Ταμπάκικα έλεγαν τα βυρσοδεψεία και Ταμπάκους τους βυρσοδέψες. Τα ταμπάκικα ήταν όλα μαζεμένα στην ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη της λίμνης. Στο μέρος αυτό, από τη Σκάλα μέχρι τα σφαγεία, έστησαν το μαχαλά τους. Ήταν η ιστορική συνοικία της Σιαράβας που χρωστούσε το όνομά της σε κάποιον παλιό άρχοντα των Ιωαννίνων. Θεωρείται ότι είναι μία από τις πρώτες συνοικίες που δημιουργήθηκαν στην πόλη, όταν αυτή εξαπλώθηκε έξω από τα τείχη του κάστρου. Στην συνοικία αυτή λοιπόν υπήρχαν τα ταμπάκικα, δηλαδή τα εργαστήρια και οι κατοικίες των βυρσοδεψών. Τα κτίρια που εργάζονταν οι ταμπάκοι – καμιά δεκαπενταριά όλα κι όλα – ήταν λιθόκτιστα με τοξωτές πόρτες και δίπατα. Στο κάτω μέρος ήταν τα εργαστήρια και πάνω οι κατοικίες. Η επεξεργασία των δερμάτων γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο. Πλανόδιοι τομαράδες αγόραζαν από τους χωριάτες τα τομάρια και τα πουλούσαν στους ταμπάκους. Αυτοί, μέσα στο νερό της λίμνης, τεζάριζαν τα τομάρια καλά σε ξύλινα τελάρα και τα καθάριζαν από τις τρίχες και τα λίπη. Στη συνέχεια και επί τρεις ως πέντε μέρες τα έριχναν μέσα σε λάκκους με ασβέστη για να φουσκώσουν οι ίνες και το δέρμα να γίνει παχύτερο. Μετά τα ξέπλυναν, και τα έριχναν σε ξύλινες σκάφες με φλούδες από βελανιδιές και οξιές που είχαν τανίνη για να αργάσουν. Ακόμα και κόπρανα σκύλων έριχναν. Αυτά τα μάζευαν διάφοροι περιφερόμενοι τομαράδες, για να συμπληρώσουν το μεροκάματό τους, από αδέσποτα σκυλιά στα πάρκα και τους δρόμους. Ονομάζονταν «σκατατζήδες». Σκληρή δουλειά, βρόμικη και ανθυγιεινή που λίγοι μπορούσαν να την κάνουν. Ζούσαν όμως απ’ αυτή πολλές οικογένειες. Η συντεχνία των Ταμπάκων ήταν η πιο κλειστή κοινωνική τάξη στην πόλη μετά του Εβραίους. Δυο δρόμους παραπάνω από τη Σιαράβα, είχαν τα μαγαζιά τους ξυλάδες, βαρελάδες, κουδουνάδες, σιδεράδες και άλλοι. Οι Ταμπάκοι δεν είχαν νταραβέρι μαζί τους. Διαφορές δεν είχαν, αλλά ούτε και πάρε-δώσε. Μια καλημέρα και τίποτα παραπάνω. Βλέπετε, οι άλλοι ήταν (ντασκαναραίοι) όπως τους έλεγαν, δηλαδή χωριάτες. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους κάτι το ξεχωριστό. Ένα Σιαραβινό δίστιχο λέει: Σειούνται τα κλαριά, σιούνται τα πλατανόφυλλα Να πάρουν το κακό , απ΄ όλα τα ταμπακόπυλα … Ο Δημήτρης Χατζής κάνει μια θαυμάσια περιγραφή των ταμπάκικων και των Ταμπάκων στο εξαιρετικό διήγημά του «Ο Σιούλας, ο Ταμπάκος». Σε ένα σημείο σημειώνει: «Οι κάτοικοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλαιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι (καστρινοί), που τους πέταξαν οι Τούρκοι από το κάστρο ύστερα από την επανάσταση του Σκυλοσόφου, στα 1611. Και στ’ αλήθεια μιλούσαν το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ΄ όλους τους άλλους και κρατούσαν αμόλευτο το λεξιλόγιο και στη φωνητική του. Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήταν λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν (απάνω) στην πόλη αν δεν είχαν δουλειά. Καταφρονούσαν τους καινούργιους κατοίκους της και μπορεί να πει κανένας πως μήτε ήξεραν τους μαχαλάδες που φκιάσαν οι μικρασιάτικες πρόσφυγες. Έμεναν εκεί πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός. Τελειωμένος…» Ο κόσμος των Ταμπάκων τελείωσε οριστικά τη δεκαετία του ’50 με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της βυρσοδεψίας. Τα λιθόκτιστα κτίρια των Ταμπάκων αξιοποιήθηκαν σαν στέκια της νεολαίας, καφετέριες και εστιατόρια. Σήμερα στο χώρο αυτό, στην παραλίμνια περιοχή, βρίσκεται το πάρκο Κατσάρη, που φιλοξενεί τα παιδιά της γειτονιάς αλλά και πολιτιστικές δραστηριότητες. Είναι ένας χώρος αναψυχής για παιδιά και ηλικιωμένους με θέα τη λίμνη και βαριές αναμνήσεις περασμένων γενιών.
Ήταν κάποτε τα ταμπάκικα ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΒΑΡΒΑΡΑ ΑΓΓΕΛΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 17/03/2018, 11:28
Το παραλίμνιο κομμάτι της συνοικίας Σιαράβα, έχει καταγραφεί στην ιστορία της πόλης ως «Ταμπάκικα». Η βυρσοδεψία αποτελούσε μια βασική βιοτεχνική δραστηριότητα για τους Γιαννιώτες από τον 17ο αιώνα και μετά. Ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα όμως όταν η δραστηριότητα αυτή αναπτύχθηκε πολύ, σε συνδυασμό και με την πολεοδόμηση των Ιωαννίνων. Η οδός Ζαλοκώστα, αλλά και από την άλλη μεριά του Κάστρου, η οδός Σούτσου (σε μικρότερο βαθμό) στη συνοικία Λειβαδιώτη, έγιναν οι τόποι ανέγερσης των εργαστηρίων των ταμπάκων. Τα ταμπάκικα –ένας συνδυασμός εργαστηρίου και κατοικίας- ήταν μονώροφα ή διώροφα, στενόμακρα κτίρια με άμεση πρόσβαση στη λίμνη (όταν αυτή… απλωνόταν περισσότερο), η οποία αποτελούσε επί της ουσίας μέρος της δουλειάς. Πριν την απελευθέρωση εκατοντάδες χιλιάδες δέρματα εξάγονταν στην Τεργέστη κι από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα μεγάλα εργαστήρια βυρσοδεψίας θα δηλώνουν το έντονο παρών τους στην οικονομική ζωή της πόλης και μέχρι την περίοδο του μεσοπολέμου. Η δουλειά του ταμπάκου δεν ήταν καθόλου εύκολη. «Χειμώνα καλοκαίρι μέσα στα νερά και στις ασβεσταριές. Στο κάμα του μεγάλου καζανιού όπου ζέσταναν το νερό για τους αμπαστάδες, στις μεγάλες κρεβάτες με τα πολλά ρεύματα, όπου στεγνώναν τα πετσιά. Ύστερα οι βαριές, τα λάδια, οι ντιγράδες, τα πεύκα, τα βελανίδια, το σμάκι. Σκληρή η δουλειά του ταμπάκου και βαριά. Μαυρισμένα χέρια σαν τα πετσιά και ψημένο πρόσωπο» αναφέρει ο λόγιος Δημήτρης Σαλαμάγκας στα «Άπαντα». Μια σειρά από μικροεπαγγέλματα συμπλήρωναν τη χορεία των ταμπάκων: αχθοφόροι (χαμάληδες), βαρκάρηδες-μεταφορείς, συλλέκτες περιττωμάτων και οι κάθε τύπου βοηθοί. «Άλλωστε πάντα υπήρχε ένα διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, που περίμενε να εργαστεί εποχικά, και ένα άλλο στις παρυφές των επαγγελμάτων για συμπληρωματικές εργασίες» σημειώνει η καθηγήτρια Βασιλική Ρόκου στο βιβλίο της «Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων» (2004). Η άσκηση της βυρσοδεψίας απαιτούσε κάποια απαραίτητα υλικά, όπως τα περιττώματα σκύλων, με τη βοήθεια των οποίων οι ταμπάκηδες καθάριζαν και αποστείρωναν τα δέρματα. Με το τενεκέ και το φαράσι, λοιπόν, οι πιο φτωχοί Γιαννιώτες τριγυρνούσαν σε όλη την πόλη για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Την πραγματικά απελπιστική αυτή εικόνα φαίνεται ότι την αξιοποίησαν… δεόντως όσοι είχαν έρθει από τα χωριά, και τους οποίους οι Γιαννιώτες αποκαλούσαν «ντατσκαναραίους». «Η απαξιωτική φράση ‘Τι ήταν οι Γιαννιώτες, όλη μέρα μάζευαν σκυλόσκατα στα σοκάκια’ αναφέρεται ακόμη και σήμερα για να δηλώσει ότι οι χωρικοί που ‘πήγαιναν μέσα’ (δηλαδή στα Γιάννινα) και όσοι διέμεναν μονιμότερα στην πόλη (μαθητευόμενοι στα εργαστήρια, υπηρετικό προσωπικό στα καλοστεκούμενα νοικοκυριά κ.ά) είχαν τη βούληση και το κουράγιο να επιστρέφουν στους πολίτες των Ιωαννίνων την πολιτισμική υποτίμηση με την οποία τους αντιμετώπιζε, και αυτούς συλλήβδην, ο αστικός πληθυσμός» αναφέρει η Ευαγγελή Ντάτση στο βιβλίο της «Τα ισνάφια μας τα βασιλεμένα» (2006). Η εργασία στα ταμπάκικα, μεταπολεμικά, άρχισε να γίνεται υποτονική. Τη δεκαετία του ’70 η δύσκολη και βρόμικη αυτή βιοτεχνία έγραψε τον επίλογό της. Ο ταμπάκος έμεινε όμως στην ιστορία, στην κοινωνική μνήμη και στη λογοτεχνία. «Κι οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν' άλλαξε τάχα και πότε ν' άλλαξε, κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα. Δυο τρεις παλιοί δερματεμπόροι στο παζάρι της πόλης το βρήκανε συμφερότερο, αντίς να παιδεύονται με τους ταμπάκους, να μαζώνουνε τα τομάρια και να τα στέλνουν ακατέργαστα στην Ιταλία, στη Μασσαλία, ακόμα και στη Σύρα, για να τ' αργαστούν εκεί. Με τις μηχανές» γράφει ο Δημήτρης Χατζής στο διήγημά του «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» από τη συλλογή των διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1963). Στη φωτογραφία του Άγγελου Καλογερίδη απεικονίζονται τα ταμπάκικα στη συνοικία Σιαράβα το 1948
Η Σκάλα με τα πολλά πρόσωπα ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΒΑΡΒΑΡΑ ΑΓΓΕΛΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 07/12/2019, 01:30 ΡΕΤΡΟ-TA ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
Το 1953, ο Δημήτρης Χατζής εκδίδει για πρώτη φορά «Το τέλος της μικρής μας πόλης», μια συλλογή διηγημάτων που έχει «σημαδέψει» τα Γιάννενα. Στα διηγήματά του, ο γιαννιώτης συγγραφέας περιγράφει έναν κόσμο που πεθαίνει και έναν κόσμο που προσπαθεί να ξαναγεννηθεί. Και σε αυτούς τους κόσμους, με πρωταγωνιστές απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, σημαντικά τοπόσημα της πόλης των Ιωαννίνων είναι εκεί. Όπως η Σκάλα. «Δύο δρόμους παραπάνω οι βαρελάδες- μετσοβίτες και βλάχοι κι αυτοί βοβουσιώτες και ντρομπρινοβίτες, κοπανούσανε χρόνια εκεί πέρα, πάνω στα ρόμπολα και τις οξιές, με τα ξύλινα σφυριά τους, τον ίδιο μόχτο. Οι ταμπάκοι τους ξέρανε, τους καλημερίζαν, διαφορές δεν είχαν μαζί τους και πάρα-δώσε δεν είχαν. Ήταν, βλέπεις ντατσκαναραίοι, ήγουν χωριάτες. Λίγο παρακάτω, δίπλα στ᾿ αργαστήρια τους ήταν η Σκάλα. Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτὰ κι αργοκίνητα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια. Οι ταμπάκοι ψωνίζαν άμα χρειαζότανε κάτι, μα και κει δεν είχανε πολλά νταραβέρια - τι νταραβέρια με τους χωριάτες;» γράφει ο Χατζής στο διήγημα «Ο Σιούλας ο ταμπάκος». Η Σκάλα, ανάμεσα από τα ταμπάκικα της συνοικίας Σιαράβα και τα ξυλάδικα. Εκεί που ξεφόρτωναν οι βαρκάρηδες προϊόντα όπως λαχανικά, οπωροκηπευτικά, κάρβουνα και οτιδήποτε και εκεί που οι ψαράδες έδεναν για να πουλήσουν τα λιμνίσια ψάρια και για να φροντίσουν τα δίχτυά τους. Κάποτε, εξάλλου, η Σκάλα αναφερόταν και ως «Ψαράτικα». Εκ των πραγμάτων, γύρω από την περιοχή, και με την πάροδο των χρόνων, αναπτύχθηκαν διάφορες δραστηριότητες, όπως πανδοχεία, τα οποία μετά τον πόλεμο άρχισαν να χάνουν αυτή τη χρήση τους, καφενεία και κρασοπουλιά, μανάβικα, φούρνοι κ.λπ. Οι κόσμοι άλλαξαν, ο ένας έδωσε στη σκυτάλη τον άλλον, και σήμερα η περιοχή αποτελεί έναν τόπο ψυχαγωγίας και διασκέδασης, με τις βιοτεχνικές ή εμπορικές δραστηριότητες να έχουν αφήσει απλώς κάποια ίχνη του παρελθόντος. Η γραφική, παραδοσιακή και «ζωντανή» αυτή περιοχή της πόλης των Ιωαννίνων αποτέλεσε το σκηνικό για κινηματογραφικά και τηλεοπτικά γυρίσματα. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος έχει απαθανατίσει σημεία της Σκάλας σε αρκετά πλάνα ταινιών του, όπως και ο Σταύρος Καπλανίδης στην τηλεοπτική σειρά «Ο Λούσιας», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Χουλιαρά, που μεταδόθηκε από την ΕΡΤ1 το 1989. Ο «Τύπος Ιωαννίνων» κάνει ένα μικρό φωτογραφικό αφιέρωμα στη Σκάλα, καλύπτοντας τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Όλες οι φωτογραφίες, εκτός από τη φωτογραφία-πλάνο ταινίας του Αγγελόπουλου, είναι του εικαστικού Πέρου Μπέχλη. Μερικές από αυτές είχαν φιλοξενηθεί σε οδηγό της πόλης των Ιωαννίνων που είχε εκδοθεί το 1985. Στη φωτογραφία απεικονίζεται Το καφενείο «Βόρειος Ήπειρος» ή το καφενείο του Σάββα όπως έμεινε γνωστό. Στεγαζόταν στο παλιό πανδοχείο του Τσούλη, όπου σήμερα, εδώ και τρεις δεκαετίες, βρίσκεται το καφέ μπαρ Σκάλα
Στο λιμανάκι της «Σκάλας», στη συνοικία του Σιαράβα βρίσκεται το διώροφο κτίριο που κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο απάνω όροφος του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε τον προηγούμενο αιώνα ως πανδοχείο, με την ονομασία «Νέα Υόρκη». Χώρος φιλόξενος για τους επισκέπτες της πόλης μας που ερχόταν κυρίως από την απέναντι πλευρά της λίμνης. Στο ισόγειο του Πανδοχείου λειτουργούσε το ιστορικό καφενείο «τα ναυτάκια». Το κτίριο στις μέρες μας είναι γνωστό με το όνομα αυτό και στον ανακαινισμένο από το 1996 χώρο λειτουργεί σήμερα ένα σύγχρονο καφέ μπαρ.(https://egiannina.wordpress.com/)